δασύπους

δασύπους
заяц

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Поможем написать реферат

Смотреть что такое "δασύπους" в других словарях:

  • δασύπους — rough foot masc/fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύπους — ο (AM δασύπους, οδος) όποιος έχει μαλλιαρά πόδια νεοελλ. γένος θηλαστικών τής οικογένειας τών δασυποδιδών αρχ. 1. ο λαγός 2. (παροιμ. φρ. «χελώνη παραδραμείται δασύποδα» η χελώνα θα ξεπεράσει τον λαγό …   Dictionary of Greek

  • δασύποδα — δασύπους rough foot neut nom/voc/acc pl δασύπους rough foot masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασυπόδων — δασύπους rough foot masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύποδας — δασύπους rough foot masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύποδες — δασύπους rough foot masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύποδι — δασύπους rough foot masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύποδος — δασύπους rough foot masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύποσι — δασύπους rough foot masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύποσιν — δασύπους rough foot masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δασύπουν — δασύπους rough foot masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»